ἀπροτίελπτος
ἀπροτίελπτος, unhoped for
ἀπροτί-ελπτος, ον, Ep. for ἀπρόσ-,
- unhoped for, Opp. C. 3.422 (v.l. ἀπροτίοπτον).
inesperado
κακὸν ἐν λαγόνεσσι φέρων τόσον ἀπροτίελπτον
χάρμα
ἀ·προτί·ελπτος, ος, ον, inespéré, Opp. C. 3, 422.
Étym. ἀ, προτί, ἔλπομαι.
ἀπροτίελπτος, unverhofft, Opp. Cyn. 3.422.