ἀπόλιον Save LSJ DGE ἀπόλιον· θαῦμα, Hsch. (fort. θῦμα, cf. ἀπάλιον). †ἀπόλιον· θαῦμα Hsch. (prob. corrupción por αἰπολικόν, cf. Theoc.1.56).