ἀπολιθοποιέω Save DGE Bailly 2024 ἀπολιθοποιέω convertir en piedra τὰ κύματα Gr.Nyss.Mart.1.152.23. ἀπο·λιθοποιέω-ῶ [ῐ] c. le suiv. Nyss. 3, 510.