ἀπολίτης Save LSJ Bailly 2024 Pape ἀπολ-ίτης [ῑ], ου, ὁ, v.l. for ἀποπολίτης, q.v. ἀ·πολίτης, ου (ὁ) [ῑ] qui n’est pas citoyen, Thpp. (Poll. 3, 58). ἀπολίτης, ὁ, Nichtbürger, Theopomp. bei Poll. 3.58.