ἀπολιταργίζω
ἀπολιταργίζω, to pack oneself off
ἀπολῐταργίζω, Att. fut. -ιῶ,
- hop off, pack off, οὔκουν ἀνύσας τι . . ἀπολιταργιεῖς; Ar. Nu. 1253.
largarse
οὔκουν ... ἀπολιταργιεῖς ἀπὸ τῆς θύρας;
ἀπο·λιταργίζω [λῐ] déguerpir, Ar. Nub. 1253.
ἀπολιταργίζω, abspringen ; sich fortpacken, Ar. Nub. 1234, vgl. ἀπολιβάζω.
ἀπολιταργίζω
- to pack oneself off, Ar.