ἀπόλλω
ἀπόλλω, late form of ἀπόλλυμι, LXX 4 Ma. 6.14, v.l. in Eust. 712.55, etc.
1 destruir
τί ... σεαυτὸν ἀλογίστως ἀπόλλεις;
2 perder
τὸν μισθόν
ἀπόλλω (seul. prés.) c. les préc. Bas. 2, 817 a.
1 destruir
τί ... σεαυτὸν ἀλογίστως ἀπόλλεις;
2 perder
τὸν μισθόν