ἀργυρηρός Save LSJ DGE ἀργῠρ-ηρός, ά, όν, = ἀργυρικός, ἔρανος IG 2.621.14. ἀργυρηρός -ά, -όν de dinero ἔρανος IG 22.1327.14 (Pireo II a.C.).