ἀργύριος
ἀργύριος, plant
ἀργύριος [ῠ],
- name of a plant, Hsch.; cf. ἄργυρος III.
- II Aeol., = ἀργύρεος, πρόσωπον Alcm. 23.55.
1 plateado, fig. argénteo, luminoso
πρόσωπον
2 subst.
ὁ ἀ.· εἶδος βοτάνης