About
Menu

ἀργυρικός

ἀργυρικός, of, for

ἀργῠρ-ικός, ή, όν,
  • of, for, or in money: φόρος cash rental, AJA 16.13 (Sardes, iv B.C.); ἀργυρικά, τά, taxes paid in money, ἀργυρικῶν πράκτωρ, πρακτορεία, BGU 15 i 13 (ii A.D.), PLond. 2.306 (ii A.D.); ζημίαι ἀ. IG 2(2).1028.81 (i B.C.), cf. D.S. 12.21, Plu. Sol. 23; τέλος Str. 11.13.8, cf. PRyl. 133.16 (i A.D.), etc. Adv. ἀργυρικῶς ἢ σωματικῶς κολασθήσονται OGI 664.17 (Egypt, i A.D.).

Saved

Recent