ἀργυριοκόπος Save Bailly 2024 Pape ἀργυριο·κόπος, ου (ὁ) [ῠ] c. ἀργυροκόπος, Spt. 4 Reg. 12, 10. ἀργυριοκόπος, ὁ, Silberarbeiter, LXX.