ἀρεσκευτικός
ἀρεσκευτικός, obsequious
ἀρεσκ-ευτικός, ή, όν,
- obsequious, M.Ant. 1.16, prob. in Phld. Herc. 1457.11.
obsequioso Aristo Phil.15
• subst. τὸ ἀ. obsequiosidad M.Ant.1.16.3.
ἀρεσκευτικός, ή, όν [ᾰ] obséquieux, M. Ant. 1, 16.
Étym. ἀρεσκεύομαι.
ἀρεσκευτικός, schmeichlerisch, M.Anton. 1.16.