Ἄρεος
Ἄρεος, the spring of Ares
Ἄρεος, α, ον,
- collat. form of Ἄρειος,
- Ἀρέα (sc. κρήνη) the spring of Ares, Pi. N. 9.41.
Ἄρεος [ᾰ] c. Ἄρειος 1, Pd. N. 9, 97.
Ἄρεος, v. Ἄρης ; cf. Ἄρειος πάγος.
Ἄρεος, α, ον, p. = Ἄρειος, Pind. N. 9.97.