ἄρεσις
ἄρεσις, good pleasure, favour
ἄρεσις [ᾰ], εως, ἡ,
- good pleasure, favour, ἀπόδειγμα τῆς πρὸς τὴν πόλιν ἀρέσεως Inscr.Prien. 108.30 (ii B.C.).
adhesión, benevolencia
ἀπόδειγμα ... τῆς πρὸς τὴν πόλιν ἀρέσεως