ἀριγνώς
ἀριγνώς, famous
ἀρι-γνώς [ᾰ], ωτος, ὁ, ἡ, = sq., in nom. pl. ἀριγνῶτες, Pi. N. 5.12.
ἀρι·γνώς, ῶτος (ὁ, ἡ) c. ἀρίγνωτος, Pd. N. 5, 12.
ἀριγνώς, ῶτος, sehr bekannt, berühmt, Pind. N. 5.12 υἱοί.
ἀ˘ριγνώς
- 1famous Ἐνδαίδος ἀριγνῶτες υἱοί (ἀρίγνωτες codd.: v. Wackernagel, Kl. Schr. 1131) N. 5.12