ἀριζήλως
ἀριζήλως, adv. distinctement, clairement, Od. 12, 453.
Étym. ἀρίζηλος.
ἀριζήλως
[adv. fr. ἀρίζηλος.]
Clearly, plainly: ἀ. εἰρημένα Od. 12.453.
[adv. fr. ἀρίζηλος.]
Clearly, plainly: ἀ. εἰρημένα Od. 12.453.