ἀρκτόμορφος
ἀρκτόμορφος, bear-like
ἀρκτόμορφος, ον,
- bear-like, Tz.ad Lyc. 481.
de forma de oso
(Κίρκη) ποιοῦσα ... ἑτέρους ... ἀρκομόρφους
ἀρκτόμορφος, bear-like
de forma de oso
(Κίρκη) ποιοῦσα ... ἑτέρους ... ἀρκομόρφους