ἀρκυοστασία Save LSJ DGE Pape ἀρκυοστασία, v. ἀρκυστασία. ἀρκυοστασία v. ἀρκυστασία. ἀρκυοστασία, ἡ, das Aufstellen des Netzes, Poll. 5.52, besser ἀρκυστ.