ἀρνησίθεος
que niega a Dios
ἀποστασία
κακία
• subst. renegado, ateo
ἀρνησίθεοι εἰς ΄ᾴδου καταβαίνουσιν
ἀρνησί·θεος, ος, ον, qui nie Dieu, Orig. 3, 1008 b Migne.
Étym. ἀρνέομαι, θεός.
ἀρνησίθεος, gottesleugnerisch, K.S.
que niega a Dios
ἀποστασία
κακία
• subst. renegado, ateo
ἀρνησίθεοι εἰς ΄ᾴδου καταβαίνουσιν