ἀρνησίχριστος Save DGE Bailly 2024 ἀρνησίχριστος -ου, ὁ renegado de Cristo Basil.Ep.210.5.46. ἀρνησί·χριστος, ος, ον, qui nie le Christ, Bas. 116a, 777 a Migne. Étym. ἀρνέομαι, Χριστός.