ἀσαφής
ἀσαφής, ἀσαφής, indistinct, uncertain
- indistinct (to the senses), dim, faint, σημεῖα Th. 3.22; σκιαγραφία Pl. Criti. 107d; indistinct (to the mind), uncertain, obscure, πάντʼ . . αἰνικτὰ κἀσαφῆ λέγεις S. OT 439; νὺξ διὰ τὸ σκοτεινὴ εἶναι ἀσαφεστέρα ἐστίν by night one sees less distinctly, X. Mem. 4.3.4; ἀ. πέλαγος AP 12.156; inarticulate, γλῶσσα Hp. Epid. 1.4.13 [1.26.ιγʹ]; of sounds, Arist. Aud. 801b21; φθέγματα Epigr.Gr. 1003.6.
- 2 of persons, obscure, διδάσκαλος Pl. R. 392d.
- II Adv. -φῶς obscurely, Id. Cra. 427d; πολεμοῦνται ἀσαφῶς ποτέρων ἀρξάντων without knowing which began, Th. 4.20.
1 poco claro
σκιαγραφία
νύξ
πέλαγος
• de signos, palabras o sonidos
πάντ' ... αἰνικτὰ κἀσαφῆ λέγεις
τοῦτ' ἀσαφὲς ἐν κοινῷ σκοπεῖν
γλῶσσα
σημεῖα
τὰ λεγόμενα
ἴχνη
φωναί
φθέγγματα
κρίσις
χρησμός
λόγος
ἐπιτηδεύσας ἀσαφέστερον γράψαι
tras haberlo escrito deliberadamente con poca claridadΠαρμενίδης
ἀσαφὴς γὰρ ἦν ἐν τῇ φράσει τῶν πραγμάτων
βούλησις
γελοῖος ... ἔοικα διδάσκαλος εἶναι καὶ ἀ.
ἀσαφεστέρα ἔσται ἡ ζήτησις οὗ ζητοῦμεν
ὄγκος
τὸν ἀσαφέστερον ἐάσαντες
• invisible
ἄνδρες ... ἀσαφεῖς τὰ σκέλη
2 adv. -ῶς, -έως con poca claridad
ἀ. διαλέγεσθαι
πολεμοῦνται ἀ. ποτέρων ἀρξάντων
están envueltos en la guerra sin que haya claridad de quiénes la comenzaronἀ. λέγειν
ἐνδείκνυσθαι
μεταθέουσι ... ἀσαφῶς
persiguen con titubeo
• Adv ., Thuc. 4.20.
- indistinct to the senses, dim, faint, Thuc.; or to the mind, dim, obscure, Soph., Thuc.; νὺξ ἀσαφεστέρα ἐστίν by night one sees less distinctly, Xen.: —adv. -φῶς, obscurely, ἀσαφῶς ποτέρων ἀρξάντων without knowing which began, Thuc.