ἀσβολώδης
ἀσβολώδης, sooty
ἀσβολώδης, ες,
- sooty, Dsc. 1.68.6.
fuliginoso
ἀτμός
ἀσβολώδης, ης, ες, fuligineux, Diosc. 1, 83.
Étym. ἀσβόλη, -ωδης.
ἀσβολώδης, ες, rußartig, rußig.
ἀσβολώδης, sooty
fuliginoso
ἀτμός