ἀσολοίκιστος
ἀσολοίκ-ιστος, ον,
- = sq., Eust. 591.9. Adv. -τως Id. 316.32.
1 carente de solecismos, correcto de una construcción
ἀσολοίκιστόν ἐστι
ἀσολοικιστον καὶ ἀβαρβάριστον τὴν προφοράν
2 adv. -ως correctamente
ἀ. λεχθήσεται
τὸ ἀ. καὶ ἀβαρβαρίστως διαλέγεσθαι