ἀσμενίζω
ἀσμενίζω, to be well-pleased
- take or receive gladly, τι Plb. 6.8.3; ἀγλαΐαν Plot. 5.8.12; ἐπιστήμην, λόγους, Them. Or. 33.364d, 8.107b; τὸν Ἰουδαϊσμόν Porph. Chr. 27: intr., to be satisfied with a thing, τινί Plb. 3.97.5; τῇ ἡδονῇ Muson. Fr. 6 p.27 H., cf. Agathin. ap. Orib. 10.7.10, Ph. 2.37, etc.; ἀ. εἰ . . Plb. 4.11.5: c. part., ἀ. ἐσθίοντες Plu. Virt. et vit. 2.101d; ὡς χρησόμενοι App. BC 3.40:—Med. as Dep., Aesop. 45.
1 tr. recibir con agrado, satisfacción o alivio
οὐτ' ... περιττῶς ἠσμένισεν ἡμᾶς
τὰς ... διατριβάς
(τῶν τόκων) ἀγλαΐαν
τὸν Ἰουδαϊσμόν
λόγους
τὰς Μούσας
πρὸ τούτων θάνατον
• hipercar.
ἵνα τε τὸ γενναῖον καὶ ἀνδρεῖον ... εὖ ἀσμενίζωσι
• tb. en v. med.
μὴ δεῖν τούτων ἀσμενίζεσθαι τὰς φιλίας
ἡ δὲ (ἀλώπηξ) τὴν συντυχίαν ἀσμενισαμένη
2 intr. c. dat. estar satisfecho, contentarse
τῇ συμφορᾷ
τῇ ... φιλίᾳ καὶ συμμαχίᾳ
τῇ παρούσῃ καταστάσει
ἀσμενίζουσαι (τίτθαι) τῷ ... κάρῳ τῶν παιδίων
ταῖς δὲ ... πρεπο[ί]σαισ' ἀσμενιζοίσα χαρᾷ ... τειμαῖσι
• c. prep.
ἐπὶ τῷ γεγονότι
• c. otras constr.: c. complet.
ἀσμενίζοντες εἰ μή τις αὐτοῖς ἐγχειροίη
ὅτι ... ἔσεις ... τινα νοῦν ἡγεμονικόν
τὸ παιδίον ἀσμενίσαν πως προσφύεται τῇ θηλῇ
ἄρτον λιτὸν ... ἀσμενίζουσιν ἐσθίοντες
Μαρκέλλου προσιόντος ἀσμενίζοντες
- to be well-pleased, Polyb.