ἀσμενισμός
ἀσμενισμός, gratification
ἀσμεν-ισμός, ὁ,
- gratification, Ph. 1.450; a form of ἡδονή, Stoic. 3.97.
satisfacción, complacencia
χαίροντες σὺν ἀσμενισμῷ
ἀ. ... ἐστιν ἡδονὴ ἐπὶ ἀπροσδοκήτοις ἀγαθοῖς
ἀσμενισμός, οῦ (ὁ) joie, accueil joyeux, Phil. Stob.
Étym. ἀσμενίζω.
ἀσμενισμός, ὁ, Freude, Zufriedenheit, Stob.