ἀστεροπαῖος Save LSJ Bailly 2024 Pape ἀστεροπ-αῖος, ον, = ἀστεροπητής, Corn. ND 9. ἀστεροπαῖος, ου (ὁ) qui lance des éclairs (Zeus) Corn. N.D. 9. Étym. ἀστεροπή. ἀστεροπαῖος, Ζεύς, der Blitzeschleuderer, Cornut. N. D.