ἀσυγκίνητος
ἀσυγκίνητος, without agitation
ἀσυγκίνητος [ῑ], ον,
- without agitation, Antyll. ap. Orib. 6.21.16.
que no produce agitación
οἱ δὲ ἐν λειμῶνι (περίπατοι) ... ἀσυγκινητότατοι
ἀ·συγκίνητος, ος, ον [ῑ] seul. au sup. ἀσυγκινητότατος, qui met le moins en mouvement (tout le corps) Antyll.
Étym. ἀ, συγκινέω.