Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀσφαλτωδῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀσφαλακία
ἀσφάλαξ
ἀσφάλεια
ἀσφάλειος
ἀσφαλέως
ἀσφαλής
ἀσφαλίζω
ἀσφαλίη
Ἀσφάλιος
ἀσφάλιος
ἀσφάλισις
ἀσφάλισμα
ἀσφαλιστός
ἀσφάλιστος
Ἀσφαλίων
ἀσφαλός
ἀσφαλτίας
ἀσφαλτίζω
ἀσφάλτιον
ἀσφαλτίς
ἀσφαλτίτης
ἀσφαλτῖτις
Ἀσφαλτῖτις
ἄσφαλτον
ἀσφαλτόπισσα
ἄσφαλτος
ἀσφαλτοφόρος
ἀσφαλτόω
ἀσφαλτωδεύομαι
ἀσφαλτώδης
ἀσφαλτωδῶς
ἀσφάλτωσις
ἀσφαλών
ἀσφαλῶς
Ἄσφαξ
Ἀσφάρ
ἀσφαραγέω
ἀσφαραγία
ἀσφάραγος
ἀσφαραγωνία
ἄσφε
ἄσφηλοι
ἄσφι
ἀσφίγγωτος
ἄσφιγκτος
ἀσφοδελίνη
ἀσφοδέλινος
ἀσφόδελος
ἀσφοδελός
Ἀσφοδελώδεις
ἀσφοδελώδης
Ἀσφόδικος
ἀσφράγιστος
ἀσφυγμία
ἄσφυγμος
ἀσφυκτέω
ἄσφυκτος
ἀσφυξία
ἀσχαδές
ἀσχαδής
ἀσχαλάω
…
ἀσφαλτωδῶς
Save
Bailly 2024
ἀσφαλτωδῶς
(
cp.
-ωδεστέρως
)
adv.
de nature bitumineuse,
Orig.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}