ἀσφαλής
ἀσφαλής, ἀσφαλής, steadfast; safe, secure; trustworthy
- not liable to fall, immovable, steadfast, in Hom. only once as Adj. (cf. infr. III), θεῶν ἕδος ἀ. αἰεί Od. 6.42, cf. Hes. Th. 128, Pi. N. 6.3, Theoc. 2.34, etc.; ἀσφαλῆ θεῶν νόμιμα S. Ant. 454; unshaken, of purpose, ἀ. ὁ νοῦς Id. Fr. 351.
- 2 of friends and the like, unfailing, trusty, οὐ γὰρ οἱ . . εὐρύνωτοι φῶτες ἀσφαλέστατοι Id. Aj. 1251; ἀ. στρατηλάτης E. Ph. 599, cf. Th. 1.69: c. inf., φρονεῖν γὰρ οἱ ταχεῖς οὐκ ἀσφαλεῖς the hasty in counsel are not safe, S. OT 617, cf. Pl. Sph. 231a; σῴζειν τὰ κοινὰ πράγματʼ ἀσφαλέσταται E. IT 1062; of things, sure, certain, Th. 4.108, etc.
- 3 assured from danger, safe, ἀ. αἰών Pi. P. 3.86; ἀσφαλεῖ σὺν ἐξόδῳ S. OC 1288; ἀ. ὄρος X. Lac. 12.1; ὁδὸς -εστέρα Id. HG 5.4.51; ἐν τῷ ἀσφαλεῖ in safety, Th. 1.137, 8.39, cf. Pl. Lg. 892e; ἐν ἀσφαλεῖ τοῦ μὴ παθεῖν X. Cyr. 3.3.31; τοῦ λαλεῖν Men. Sam. 25; ἐν -εστέρῳ, -εστάτῳ, X. Cyr. 7.1.21, An. 1.8.22; ἐν ἀ. βίου E. Hipp. 785; μένειν ἐν τῷ ἀ. X. An. 4.7.8; ἐξ ἀσφαλοῦς from a place of safety, Id. Eq.Mag. 4.16; τοῦ ἀσφαλέος εἵνεκα Hdt. 1.109; τὸ ἀ., = ἀσφάλεια, Th. 6.55, etc.; μετὰ τοῦ αὑτῆς ἀ. with no risk to herself, Plot. 4.8.7; ἀσφαλές [ἐστι], c. inf., it is safe to . ., Hdt. 3.75, E. Ph. 891, Ar. Av. 1489: abs., ἀλλʼ οὐκ ἀσφαλές Pl. Phlb. 61d, etc.; φεύγειν αὐτοῖς ἀσφαλέστερόν ἐστιν ἢ ἡμῖν X. An. 3.2.19.
- 4 ἀ. ῥήτωρ a convincing speaker, Id. Mem. 4.6.15.
- 5 in Lit. Crit., sound, not risky, of language or rhythm, Demetr. Eloc. 19, 41. Adv. -ῶς, ἐρεῖ ib. 78.
- II Subst. ἀσφαλές, τό, = ἀσφάλεια 6, BGU 984.14 (iv A. D.), etc.
- III Ep. Adv. ἀσφαλέως, ἔχειν, μένειν, to be, remain firm, steady, Il. 23.325, Od. 17.235: neut. ἀσφαλές as Adv., Il. (v. infr.); δρακεῖσʼ ἀσφαλές Pi. P. 2.20; ἀ. ἀγορεύει without faltering, Od. 8.171, Hes. Th. 86; ἔμπεδον ἀσφαλέως Il. 13.141, Od. 13.86; ἔμπεδον ἀσφαλὲς αἰεί Il. 15.683. Adv. ἀσφαλῶς (-έως) is used in all senses of the Adj., -έως βεβηκὼς ποσσί Archil. 58.4; in safety, with certainty, S. OT 613; ἀ. βουλεύειν And. 3.34; ἀ. ἔχει Hdt. 1.86: c. inf., Lys. 27.6; ἀ. προσθεῖναι as a precaution, Alex.Aphr. in Mete. 14.10: Comp. -έστερον Hdt. 2.161, Pl. Phd. 85d; but -εστέρως Hp. Prorrh. 2.15, Th. 4.71: Sup. -έστατα Hp. Prorrh. 2.23, Pl. R. 467e.
I de cosas y abstr.
1 en sent. físico firme, inconmovible
θεῶν ἕδος
ἀνδρῶν ... ἕρκος ... ἀσφαλές
χρὴ τοῦ ὀστέου ἐνέδρην τῷ μοχλῷ ἀσφαλέα ποιήσασθαι
hay que cortar el hueso y hacer en él un punto seguro para la palancaβάθρον πολίων ἀσφαλές
πύργος ἀ.
βάσις
ὄχημα
ἀδάμαντα καὶ εἴ τί περ ἀσφαλὲς ἄλλο
ἀσφαλὲς οὖδας
tierra firmeἀσφαλέεσι ... μετὰ ποσσὶν ὁδεύει
θεμέλιον
ἄγκυρα
ὡς ἀσφαλεῖς ἐτίθει πηγὰς τῆς ὑπ' οὐρανόν
• neutr. como adv. sin fallar
ἔμπεδον ἀσφαλὲς αἰεὶ θρῴσκων
• fig. del destino seguro, sin tropiezos
μοῖρα
αἶσα
• de vínculos firme, seguro
ἀσφαλὲς ὔμμιν ζεῦγμα
δεσμὸς ... τῆς νεότητος ἀσφαλέστατος
• de propósitos, convencimientos, decisiones, etc. firme, inflexible
βουλεύματα
νοῦς
πεῖσμα
ἄγραπτα κἀσφαλῆ θεῶν νόμιμα
• de un precio fijo, PIFAO 2.34.8 (II d.C.)
• del lenguaje firme, sin vacilación
κατάλεξις
2 seguro, no sometido a riesgos de adquisiciones, posesiones, etc.
κτήματα
εἶναι ... ἐπιστήμην κατάληψιν ἀσφαλῆ
ἕξις
βέβαιον μηδὲν νομίζειν μηδὲ ἀσφαλὲς εἶναι ὅ τι ἂν παρ' αὐτῆς (Τύχης) τις λάβῃ
τἄμ' ἐγίγνετ' ἀσφαλῆ
δρόμοι
ἔξοδος
ἔκδυσις
κέλευθος
ὁδός
τρίβος
πόλις
τὸ ... Χαλκιδικὸν τῇ Ἰάδι ξυγγενείᾳ ἀσφαλές
el elemento calcídico está a salvo gracias al parentesco jonioδιὰ οἰκεομένης τε ἡ ὁδὸς ἅπασα καὶ ἀσφαλέος
todo el camino es por territorio habitado y seguroτῶν ἰδιωτῶν βίος ἀ.
ποῖα τῶν πλοίων ἀσφαλέστερα ...;
σκόπει ... ὅπως ἀσφαλεστέραν ... ποιήσαιο τὴν ἐπάνοδον
ξενία ἀ.
estancia libre de riesgos
• neutr. como adv.
παρθένος ... δρακεῖσ' ἀσφαλές
doncella que mira a salvo de todo riesgoἵνα ... ἀσφαλέστερον ἄρχοι
para reinar con mayor seguridadδιαπορευθῆναι
ἀσφαλέστερον ποιήσατε
actuad con mayor prudencia
• en or. nominal c. suj. inf.
οὐ ἀσφαλὲς λέγειν τὰ λεγόμενα
εἰπεῖν ... οὔτ' ἐμοὶ τόδ' ἀσφαλές
οὐ ... ἀσφαλὲς ξενοκρατεῖσθαι
• medic.
ἀ. ... θεράπεια
tratamiento carente de riesgos
• de pacientes fuera de peligro Hp.Acut.(Sp.) 31, Coac.251
• neutr. como adv.
ἀσφαλὲς διαχειρίζειν
practicar una operación fuera de todo riesgo
• en giros prep.
ἐν τῷ ἀσφαλεῖ
a salvo de peligrosἐν ἀσφαλεστέρῳ ἔσεσθε ἔξω
ἐν ἀσφαλεστάτῳ
ἐν ἀσφαλεῖ ποιῆσαι
poner bajo custodia a un prisionero
•
ἐν ἀσφαλεῖ
τὸ πολλὰ πράσσειν οὐκ ἐν ἀσφαλεῖ βίου
el excesivo celo no resulta seguro para la vidaἐν ἀσφαλεῖ ... τοῦ μηδὲν παθεῖν
a salvo de sufrirἐν ἀσφαλεῖ ... τοῦ λαλεῖν
ἐξ ἀσφαλοῦς
desde lugar seguroἐς ἀσφαλές
para seguridad
• subst. τὸ ἀ. seguridad op. al peligro
τοῦ ἀσφαλοῦς ἀντιλαμβάνειν
ponerse a salvoτὸ τῶν πνευμάτων ἀσφαλές
ἕως ... τὸ πλῆθος ... τἀσφαλοῦς ἁψάμενον τύχοι
ὅπως αὐτὸς ἐν τῷ ἀσφαλεῖ καταστῇ εἶναι
μετὰ τοῦ αὐτῆς ἀσφαλοῦς
sin riesgo para ellaτὸ ἀσφαλὲς καὶ ἀ[μέ]ριμνόν σοι ὑπ' ἐμοῦ ὑπαρχθῆναι
τὸ ἀσφαλὲς τοῦ πράγματος περὶ οὗ κατέπλευσα
λαβεῖν τὸ ἀσφαλὲς αὐτῶν
vigilarlos
3 de palabras, opiniones, etc. cierto, seguro
δόκησις
τεκμήριον
λέγειν ἵν' ἀσφαλές
πρόνοια
τήρησις
ἀσφαλές τι γράψαι
βέβαιον ... καὶ ἀσφαλές
γνῶσις
ἐπὶ Κύριον ἀ. de la sabiduría como un (camino)
seguro hacia el Señor
• neutr. compar. como adv.
ἵνα τὴν ... ἀξίωσιν ἀσφαλέστερον προειδῆτε
para que veáis más claramente la petición
• subst. τὸ ἀ. la verdad
γνῶναι τὸ ἀ.
ἐπίγνωθι ... τὸ ἀσφαλὲς τί Πολεῖς διδοῖ τοῖς αὑτοῦ
entérate de qué les paga de verdad Polis a sus obreros
4 subst. τὸ ἀ. documento de garantía, recibo, BGU 984.14 (IV d.C.),
ἱκανὸν ἀσφαλὲς αὐτοῦ λα[μβάν]ειν
II de pers.
1 en sent. físico sólido
οὐ ... οἱ πλατεῖς οὐδ' εὐρύνωτοι φῶτες ἀσφαλέστατοι
no son los más sólidos los hombres grandes y de anchas espaldas
• como epít. de Posidón que evita el terremoto pero c. igual implicación IG 42.555 (Epidauro); cf.
2 digno de confianza, seguro, que no falla
μὴ ὕποπτος πρὸς ἅπαντας, ἀλλ' ... ἀσφαλής
νέους ... οὐδὲν γυναικῶν ὄντας ἀσφαλεστέρους
φίλοι
ἀ. ῥήτωρ
orador convincenteκαρδίαι ... ἀφρόνων οὐκ ἀσφαλεῖς
ἄνθρωπος
φρονεῖν ... οἱ ταχεῖς οὐκ ἀσφαλεῖς
γυναῖκες ἔσμεν ... σῴζειν τὰ κοινὰ πράγματα ἀσφαλέσταται
somos mujeres, las más dignas de confianza cuando se trata de salvar asuntos comunes
III adv. -ῶς jón. -έως
1 fija, firmemente
μένον
ἔχει
ἀ. βεβηκῶς ποσσί
caminando bien firme sobre sus piesπόρπασον ἀ.
clava firmementeἵνα βαδίσῃ Ισραηλ ἀ. τῇ τοῦ Θεοῦ δόξῃ
para que Israel camine sobre firme en la gloria de Dios
• sin vacilar
ἀ. θέει
ἀ. ἀγορεύει
ἐνδόκοισιν ἐχθρῶν πλησίον κατασταθεὶς ἀ.
deteniéndose sin vacilar junto a las emboscadas de los enemigos
2 en seguro, fuera de riesgos
ἐκπλεῦσαι
ἡμῶν ... ἀ. προνοουμένων
βουλεύσασθαι
ἀληθεύειν
ἔχειν ἀ.
ἀ. ἅπασαν τὴν Ἀσίαν καρπωσόμεθα
explotaremos sin riesgos toda Asiaεἰσῆλθον εἰς τὴν πόλιν ἀ.
• con cautela, prudentemente
ἀ. θέσθαι
3 de manera segura, cierta
ἐν χρόνῳ γνώσῃ τάδ' ἀ.
δηλῶσαι
γράψασθαι
μαθῆσαι
κρίνειν
ἀσφαλεστέρως ... προλέγειν
predecir con mayor acierto
1. van zaken onwankelbaar, stevig staand, vast:
2. van pers. betrouwbaar:
3. veilig:
• Adv. ἀσφαλέως, ἀσφαλῶς , fest, ohne zu wanken ; οὐδέ μιν ἐκτὸς ἀταρπιτοῦ ἐστυφέλιξεν, ἀλλʼ ἔμενʼ ἀσφαλέως Od. 17.235 ; ἀσφαλέως ἀγορεύει 8.171 ; ἃς μένον ἀσφαλέως δίφρον ἔχοντες Il. 17.436 ; ἔχει ἀσφαλέως 23.325 ; ἀσφαλέως θέει ἔμπεδον 13.141 ; μάλʼ ἀσφαλέως θέεν ἔμπεδον Od. 13.86 ; sicher, ungefährdet, ἀσφαλέστερον καὶ ἀκινδυνότερον διαπορευθῆναι Plat. Phaed. 85d ; ἀσφαλέστατα σωθήσονται Rep. V.467b ; μὴ ἀσφαλῶς ἔχειν πρός τι Xen. Mem. 1.3.14 ; sicher, genau, ἀσφαλῶς γνώσει Soph. O.R. 613 ; ἀσφαλέστατα εἰδέναι Xen. Cyr. 6.3.18 ; vorsichtig, καὶ ἐμφρόνως πράττειν Plat. Rep. III.396c.
-ές
[ἀ-1 + σφάλλω.]
- 1
Fixed, immovable: θεῶν ἕδος Od. 6.42.
- 2
In neut. ἀσφαλές
as adv., without stumbling or falling Il. 15.683.
- 1
- 1secure κασιγνήτα τε βάθρον πολίων ἀσφαλὲς Δίκα (Er. Schmid: ἀσφαλής codd.) O. 13.6 πολεμίων καμάτων ἐξ ἀμαχάνων διὰ τεὰν δύναμιν δρακεῖσʼ ἀσφαλές P. 2.20 αἰὼν δʼ ἀσφαλὴς P. 3.86 ὁ δὲ χάλκεος ἀσφαλὲς αἰὲν ἕδος μένει οὐρανός N. 6.3
- Inot liable to fall, immoveable, steadfast, firm, θεῶν ἕδος Od., etc.
- 2of friends and the like, unfailing, trusty, Soph., etc.: c. inf., φρονεῖν γὰρ οἱ ταχεῖς οὐκ ἀσφαλεῖς the hasty in council are not safe, Soph.: so of things, sure, certain, Thuc., etc.
- 3assured from danger, safe, secure, Soph., etc.; ἐν ἀσφαλεῖ in safety, Thuc.; τὸ ἀσφαλές ἀσφάλεια, Thuc.; ἀσφαλές ἐστι, c. inf., it is safe to . ., Ar.
- 4ἀσφ. ῥήτωρ a convincing speaker, Ar.
- IIEpic adv. ἀσφαλέως ἔχειν or μένειν to be, remain fast, firm, steady, Hom.; so neut. ἀσφαλές as adv., Hom.; ἀσφ. ἀγορεύει without faltering, Od.; ἔμπεδον ἀσφαλέως without fail for ever, Hom.; still further strengthd., ἔμπεδον ἀσφαλὲς ἀεί Il.
- IIIAttic adv. ἀσφαλῶς in all senses of the adj., in safety, with certainty, Soph.:—comp. -έστερον, Hdt., Plat.; Sup. -έστατα, Plat.
-
…, εἰ ἄρα πολλάκις μοι προστάττοι τὸ ἐνύπνιον ταύτην τὴν δημώδη μουσικὴν ποιεῖν, μὴ ἀπειθῆσαι αὐτῷ ἀλλὰ ποιεῖν · ἀσφαλέστερον γὰρ εἶναι μὴ ἀπιέναι πρὶν ἀφοσιώσασθαι ποιήσαντα ποιήματα καὶ πιθόμενον τῷ ἐνυπνίῳ. οὕτω δὴ πρῶτον μὲν εἰς τὸν θεὸν…
Plato, Phaedo
-
…τύχῃ περὶ τὴν ψυχὴν αὖ ἰατρικὸς ὤν. εἰ μὲν οὖν σὺ τυγχάνεις ἐπιστήμων τούτων τί χρηστὸν καὶ πονηρόν, ἀσφαλές σοι ὠνεῖσθαι μαθήματα καὶ παρὰ Πρωταγόρου καὶ παρʼ ἄλλου ὁτουοῦν · εἰ δὲ μή, ὅρα, ὦ μακάριε ,…
Plato, Protagoras
-
…ἐβάδιζον. καίτοιγε εἰ προῄδη, οὐκ ἂν δοκῶ ὑμῖν καὶ θεράποντας παρασκευάσασθαι καὶ τοῖς φίλοις παραγγεῖλαι, ἵνʼ ὡς ἀσφαλέστατα μὲν αὐτὸς εἰσῄα τί γὰρ ᾔδη εἴ τι κἀκεῖνος εἶχε σιδήριον ;, ὡς μετὰ πλείστων δὲ μαρτύρων τὴν τιμωρίαν…
Lysias, Speeches
-
…καὶ ὑμᾶς νῦν ἀξιοῦντες οὐ ξυμμαχεῖν, ἀλλὰ ξυναδικεῖν καὶ διαφόρους ὄντας ἡμῖν δέχεσθαι σφᾶς · οὓς χρῆν, ὅτε ἀσφαλέστατοι ἦσαν, τότε προσιέναι, καὶ μὴ ἐν ᾧ ἡμεῖς μὲν ἠδικήμεθα, οὗτοι δὲ κινδυνεύουσι, μηδʼ ἐν ᾧ…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…οὐτασμένος ; ὤμοι μάλʼ αὖθις, δευτέραν πεπληγμένος. τοὔργον εἰργάσθαι δοκεῖ μοι βασιλέως οἰμώγμασιν. ἀλλὰ κοινωσώμεθʼ ἤν πως ἀσφαλῆ βουλεύματα. ἐγὼ μὲν ὑμῖν τὴν ἐμὴν γνώμην λέγω, πρὸς δῶμα δεῦρʼ ἀστοῖσι κηρύσσειν βοήν. ἐμοὶ δʼ ὅπως…
Aeschylus, Agamemnon
-
…μνησθέντας πρῶτον καὶ ἡμᾶς περὶ ἀμφοτέρων οὕτω καὶ ἐπὶ τὸν ἄλλον λόγον ἰέναι, ἵνα τὴν ἀφʼ ἡμῶν τε ἀξίωσιν ἀσφαλέστερον προειδῆτε καὶ τὴν τῶνδε χρείαν μὴ ἀλογίστως ἀπώσησθε. φασὶ δὲ ξυμμαχίαν διὰ τὸ σῶφρον οὐδενός πω δέξασθαι · τὸ…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…μῆτιν ἐρέσσων, ὅτι σύγκλητον τήνδε γερόντων προὔθετο λέσχην, κοινῷ κηρύγματι πέμψας ; ἄνδρες, τὰ μὲν δὴ πόλεος ἀσφαλῶς θεοὶ πολλῷ σάλῳ σείσαντες ὤρθωσαν πάλιν. ὑμᾶς δʼ ἐγὼ πομποῖσιν ἐκ πάντων δίχα ἔστειλʼ ἱκέσθαι τοῦτο μὲν τὰ Λαΐου…
Sophocles, Antigone
-
…καὶ ἕως γε μένομεν αὐτοῦ σκεπτέον μοι δοκεῖ εἶναι ὅπως ἀσφαλέστατα μενοῦμεν, εἴ τε ἤδη δοκεῖ ἀπιέναι, ὅπως ἀσφαλέστατα ἄπιμεν, καὶ ὅπως τὰ ἐπιτήδεια ἕξομεν · ἄνευ γὰρ τούτων οὔτε στρατηγοῦ οὔτε ἰδιώτου ὄφελος οὐδέν. ὁ δʼ…
Xenophon, Anabasis
-
…δʼ ἔργῳ δεδιότας παρεσκευάσθαι · οὕτω γὰρ πρός τε τὸ ἐπιέναι τοῖς ἐναντίοις εὐψυχότατοι ἂν εἶεν πρός τε τὸ ἐπιχειρεῖσθαι ἀσφαλέστατοι. ἡμεῖς δὲ οὐδʼ ἐπὶ ἀδύνατον ἀμύνεσθαι οὕτω πόλιν ἐρχόμεθα, ἀλλὰ τοῖς πᾶσιν ἄριστα παρεσκευασμένην, ὥστε χρὴ καὶ…
Thucydides, The Peloponnesian War
-
…τοῖς ἠπειρώταις ἀπὸ τῆς παλαιᾶς λῃστείας ἐμμεμένηκεν · πᾶσα γὰρ ἡ Ἑλλὰς ἐσιδηροφόρει διὰ τὰς ἀφάρκτους τε οἰκήσεις καὶ οὐκ ἀσφαλεῖς παρʼ ἀλλήλους ἐφόδους, καὶ ξυνήθη τὴν δίαιταν μεθʼ ὅπλων ἐποιήσαντο ὥσπερ οἱ βάρβαροι. σημεῖον δʼ ἐστὶ ταῦτα τῆς…
Thucydides, The Peloponnesian War