ἀσφαλτόπισσα
ἀσφαλτόπισσα, ἡ,
- = πισσάσφαλτος, LXX Ex. 2.3.
mezcla de asfalto y pez
κατέχρισεν αὐτὴν (Θῖβιν) ἀσφαλτοπίσσῃ
ἀσφαλτό·πισσα, ης (ἡ) mélange de bitume et de poix, Spt. Ex. 2, 3.
mezcla de asfalto y pez
κατέχρισεν αὐτὴν (Θῖβιν) ἀσφαλτοπίσσῃ