ἀτταγῆς Save LSJ Bailly 2024 ἀττᾰγ-ῆς, έος, ὁ, = ἀτταγήν, Opp. C. 2.405, 427. ἀτταγῆς, έος (ὁ) [τᾰ] c. ἀτταγήν, Opp. C. 2, 405, 427.