ἀφύσητος
ἀφύσητος, not inflated
ἀφύσητος [ῡ], ον,
- not inflated, ἀσκός Hp. Art. 47, 77.
no hinchado
ἀσκός
ἀ·φύσητος, ος, ον [ῡ] non gonflé, Hpc. Art. 814, 837 (ἀ, φυσάω).
ἀφύσητος, nicht aufgeblasen, Hippocr.