ἀϋπνοσύνη
ἀϋπν-οσύνη, ἡ,
- = ἀϋπνία, Q.S. 2.155.
vigilia
ἀ. ἀλεγεινή
ἀϋπνοσύνη, ης (ἡ) c. ἀϋπνία, Q. Sm. 2, 154.
ἀϋπνοσύνη, ἡ, Schlaflosigkeit, Qu.Sm. 2.154.
vigilia
ἀ. ἀλεγεινή