ἁλούργημα
ἁλούργημα, purple clothing
ἁλούργ-ημα, ατος, τό,
- purple clothing, Vett.Val. 263.16, Lib. Decl. 12.27 (pl.).
vestidura o prenda de púrpura Vett.Val.263.16, Lib.Decl.12.27.
ἁλούργημα, ατος (τὸ) [ᾰλ] c. ἁλουργίς, Lib. 4, 189.
ἁλούργημα, τό, = ἁλουργίς, Liban.