ἀλουτία
ἀλουτ-ία, ἡ,
- = ἀλουσία, Eup. 251.
desaseo, desaliño
ἔχοντ' ἀλουτίᾳ †κάρα τε καὶ τρίβων
ἀλουτία, c. ἀλουσία, Eup. (Poll. 7, 168).
ἀλουτία, ἡ, = ἀλουσία, Eupol. bei Poll. 7.168.
desaseo, desaliño
ἔχοντ' ἀλουτίᾳ †κάρα τε καὶ τρίβων