ἁψικάρδιος
ἁψικάρδιος, heart-touching
ἁψῐ-κάρδιος, ον, (ἅπτομαι)
- heart-touching, M.Ant. 9.3.
que conmueve el corazón
εἰ δὲ καὶ ἰδιωτικὸν παράπηγμα ἁψικάρδιον θέλεις
• mordaz glos. a
θυμοδακής
ἁψι·κάρδιος, ος, ον [ψῑ] qui touche le cœur, émouvant, M. Ant. 9, 3 (ἅπτω 1, καρδία).
ἁψικάρδιος, herzergreifend, M.Anton. 9.3.