ἀψευστέω
ἀψευστέω, not to lie, to speak truth
ἀψευστ-έω,
- later form of ἀψευδέω, Plb. 3.111.8; πρός τινα Phalar. Ep. 123.
no mentir, no engañar
ἀψευστούντων ἡμῶν ἐν πᾶσι τοῖς πρὸς ὑμᾶς εἰρημένοις
πρὸς τοὺς θεούς
πρὸς εἰδότας
ἀψευστέω-ῶ, f. ήσω, ne pas mentir, Pol. 3, 111, 8 ; 6, 59, 4.
Étym. ἄψευστος.
ἀψευστέω, nicht lügen, Pol. 3.111 ; Phalar. ep. 124.