ἄεθλον
ἄεθλον, τό, ἄεθλος, ὁ, Ep. and Ion. for ἆθλον, ἆθλος.
ἄεθλον, v. ἆθλον.
ἄεθλον, τό, ep. u. ion. = ἆθλον, öfter bei Hom., z.B. Il. 22.163, Od. 21.106, überall in der Bdtg »Kampfpreis«, nie in der Bdtg »Wettkampf«, s. Lehrs Aristarch. 151. – Her. 8.93 u. sp.D.
ἄεθλον
-ου, τό.
A prize for a victor in a contest Il. 11.700, Il. 22.163, Il. 23.259, 262, 273, 314, 413, 441, 511, 544, 551, 615, 620, 631, 640, 653, 700, 740, 773, 785, 849, 892, 897 : Od. 21.73 = 106, Od. 24.85, 89, 91.
ἄεθλον (ᾰε̆-, ᾰε̄-, α͜ε-. neut. guaranteed, O. 1.3 O. 9.108, P. 10.24, N. 9.9)
- a prize Τλαπολέμῳ ἵσταται μήλων τε κνισάεσσα πομπὰ καὶ κρίσις ἀμφʼ ἀέθλοις O. 7.80 τοῦτο δὲ προσφέρων ἄεθλον (τὸν ὕμνον. Σ.) O. 9.108 τὸ δὲ παθεῖν εὖ πρῶτον ἀέθλων P. 1.99 τὰ μέγιστʼ ἀέθλων ἕλῃ τόλμᾳ τε καὶ σθένει P. 10.24 ὅστις ἁμιλλᾶται περὶ ἐσχάτων ἀέθλων κορυφαῖς N. 10.32 ἔν τʼ ἀέθλοισι θίγον πλείστων ἀγώνων I. 1.18 ἔστι δὲ καὶ διδύμων ἀέθλων Μελίσσῳ μοῖρα I. 3.9 μαρνάσθω τις ἔρδων ἀμφʼ ἀέθλοισιν γενεὰν Κλεονίκου ἐκμαθών I. 5.55
- b contest?, v. von der Mühll, M. H., 1954, 52. εἰ δʼ ἄεθλα γαρύεν ἔλδεαι O. 1.3 ἀνὰ δʼ αὐλὸν ἐπʼ αὐτὰν ὄρσομεν ἱππίων ἀέθλων κορυφάν, ἅ τε Φοίβῳ θῆκεν Ἄδραστος i. e. the Pythian games at Sikyon N. 9.9
ἄεθλον , ἆθλον (ἀϝεθ.): (1) prize. — (2) prize-contest.