ἀεθλοφόρος
ἀεθλο-φόρος, ον, Ep. and Lyr. for ἀθλοφόρος.
ἀεθλο·φόρος, v. ἀθλοφόρος.
ἀεθλοφόρος, den Kampfpreis davon tragend, ἵππος, ἵπποι Il. 22.22, 168, wie H.h. Cer. 110 ; Ibyc. 2 ; Leont. 11 (I X.650); der Sieger, Her. 1.31 ; auch Pind. N. 6.24 ; λῆμα 3.79.
ἀεθλοφόρος
also ἀθλοφόρος Il. 9.124, 266, Il. 11.699
[ἄεθλον + -φορος, φέρω.]
Carrying off prizes: ἵππους Il. 9.124 = 266. Cf. Il. 11.699, Il. 22.22, 162.
ἀεθλοφόρος (α͜ε-, ᾰε̄-.)
- 1prize-winning ἀ͜εθλοφόροις ἀνδράσιν O. 7.7 ἀεθ'λοφόρου λήματος ἕνεκεν N. 3.83 as subs., ἐπεί οἱ τρεῖς ἀεθλοφόροι πρὸς ἄκρον ἀρετᾶς ἦλθον N. 6.23
ἀεθλοφόρος , ἀθλοφόρος: prize-winning; only of horses.