ἄλοφος
ἄλοφος, v. ἄλλοφος.
ἄ·λοφος, ος, ον, sans aigrette, Anth. 6, 163 ||
➳ Épq. ἄλλ. Il. 10, 258.
Étym. ἀ, λόφος.
ἄλοφος, ohne Helmbusch, v.l. Il. 10.258 κυνέην ταυρείην, ἄφαλόν τε καὶ ἄλλοφον, Scholl. Didym. ἄλλοφον : Ἀρίσταρχος ἄλοφον, Scholl. Aristonic. ἡ διπλῆ, ὅτι κυνέην μὲν καταχρηστικῶς τὴν ἐκ ταυρείου δέρματος, ἄφαλον δὲ καὶ ἄλοφον κατʼ ἐπιτήδευσιν, ἵνα λανθάνῃ κτἑ. – Mel. 115 (VI.163) πήληξ.
ἄλοφος , ἄλλοφος (λόφος), ᾱ before λ: without plume; κυνέη, Il. 10.258†. (See cut under λόφος.)
ἄλοφος
- without crest, Il.