ἄσμα
ἄσμα, ατος, τό,
- = δίασμα, AB 452; cf. ἄττω.
1 en el telar urdimbre, AB 452, Sud., EM l.c.
2 sent. dud.
τὰ τῆς αὐτῆς δ]ιοικήσεως γιγνόμενα ἀναλώματα εἴτε ἐπὶ τόπων εἴτε ἐν τῇ τάξι εἴτε ἐκ ασματος (sic)