ἄωτος
ἄωτος, without ears
ἄωτος, ον, (οὖς)
- without ears, Plu. Sollert. 2.963b; of vessels, without lugs, Philet. ap. Ath. 11.783a, dub. in Call. Fr. 115, cf. Aët. 1.138.
I
1 de pers. falto de oídos u orejas
οὐ ... τυφλὸς οὐδ' ἀδύνατος οὐδ' ἄ. ἄνθρωπός ἐστιν
•
ἄωτοι· ὦτα μὴ ἔχοντες
2 de recipientes falto de asas
ἄωτον ... τὸ ἔκπωμα, ὡς ... οὖς ἔχων
ἀμφορεὺς ... ἄ.
II v.
1 ἄωτος, v. le préc.
2 ἄ·ωτος, ος, ον [ᾰ]
1 sans oreilles, sourd, Plut. M. 963b ||
2 sans anses, Philét.
Étym. ἀ, οὖς.
ἄωτος ², (οὖς), ohne Ohr, taub, Plut. Sol. an. 5 ; ohne Henkel, nach Ath. XI.783a von einem Becher, der deshalb auch τὸ ἄωτον hieß.
ἄωτος
- 1
The wool on an animal,
[ἀρνειοῦ
] Od. 9.434. - 2
Things made of wool.
- a
A blanket: κεκαλυμμένος οἰὸς ἀώτῳ Od. 1.443.
App. in generalized sense: λίνοιο ἄωτον (a bed-covering of linen) Il. 9.661.
- b
οἰὸς ἀ
. in sense sling Il. 13.599.Collectively, slings Il. 13.716.
- a
- 1
ἄ˘ωτος (-ος, -ῳ, -ον; -οι) c. gen.
- 1 of things.
- a choicest (portion) μουσικᾶς ἐν ἀώτῳ O. 1.15 δραπὼν ἱερὸν εὐζοίας ἄωτον P. 4.131 ἐγκωμίων γὰρ ἄωτος ὕμνων ἐπʼ ἄλλοτʼ ἄλλον ὥτε μέλισσα θύνει λόγον P. 10.53 ἕπεται δὲ λόγῳ δίκας ἄωτος ἐσλὸν αἰνεῖν’ N. 3.29 εὐαγορηθεὶς κέρδος ὕψιστον δέκεται, πολιατᾶν καὶ ξενῶν γλώσσας ἄωτον I. 1.51 δύο δέ τοι ζωᾶς ἄωτον μοῦνα ποιμαίνοντι τὸν ἄλπνιστον I. 5.12 ἐν Νεμέᾳ μὲν πρῶτον, ὦ Ζεῦ, τὶν ἄωτον δεξάμενοι στεφάνων I. 6.4 ἀμνάμονες δὲ βροτοί, ὅ τι μὴ σοφίας ἄωτον ἄκρον κλυταῖς ἐπέων ῥοαῖσιν ἐξίκηται ζυγέν I. 7.18 χρὴ Αἰγίνᾳ Χαρίτων ἄωτον προνέμειν (τὸν ὕμνον. Σ.) I. 8.16 ἔραται δέ μοι γλῶσσα μέλιτος ἄωτον γλυκὺν[ (i. e. τὸν ὕμνον. καταλείβειν e. g. supp. Wil.) Pae. 6.59 pl., στεφάνων ἄωτοι κλυτὰν Λοκρῶν ἐπαείροντι ματέρʼ O. 9.19
- b choicest (prize) Ὀλυμπιονίκαν ὕμνον ὀρθώσαις, ἀκαμαντοπόδων ἵππων ἄωτον O. 3.4 ὑψηλᾶν ἀρετᾶν καὶ στεφάνων ἄωτον γλυκὺν τῶν Οὐλυμπίᾳ δέκευ O. 5.1 ἀλλʼ ἐμὲ χρὴ φράσαι χειρῶν ἄωτον Βλεψιάδαις ἐπίνικον O. 8.75 θαμὰ μὲν Ἰσθμιάδων δρέπεσθαι κάλλιστον ἄωτον N. 2.9
- 2 of persons, the foremost, best, pick Θήρωνα εὐωνύμων πατέρων ἄωτον O. 2.7 κατέβα ναυτᾶν ἄωτος P. 4.188 pl., ἀβοατὶ γὰρ ἡρώων ἄωτοι περιναιεταόντων ἤθελον N. 8.9 cf. fr. 111a. 7 infra.
- 3 fragg. ]γενναίων ἄωτος νεκταρέας fr. 6b. f. ]ἄωτος ἡρώω[ν fr. 111a. 7.
ἄωτος or ἄωτον (ἄϝημι): floss, fleece; of wool, Od. 1.443, Od. 9.434; and of the ‘nap’ of linen, Il. 9.661.