ἀωροθάνατος
ἀωροθάνατος, untimely dead
ἀωρο-θάνᾰτος [θᾰ], ον,
- untimely dead, Ar. Fr. 663 (cj. Dind. for ἀωρὶ θαν., cf. Phryn. PS p.42 B.).
muerto prematuramente
ἀ. ἀπέθανεν
ἀ. ὁ πρὸ τῆς καθηκούσης ὥρας ἀποθανών
ἀωρο·θάνατος, ος, ον [θᾰᾰ] mort ou qui meurt prématurément, Arstt. fr. 592.
Étym. ἄωρος, θάνατος.
ἀωροθάνατος, zu früh gestorben, B.A. p. 24 ; vgl. ἀωρί.