Ἀωσφόρος Save LSJ DGE Slater Pindar Ἀωσφόρος, ὁ, = Ἑωσφόρος (q. v.). Ἀωσφόρος v. Ἑωσφόρος. Ἀωσφόρος v. Ἀοσφόρος.