ἀκομιστίη
ἀκομιστίη, want of care
ἀκομιστίη
-ης, ἡ
[ἀ-1 + κομίζω.]
Lack of tendance or care: ἄλη τʼ ἀκομιστίη τε Od. 21.284.
ἀκομιστίη (κομίζω), ῑ from the necessity of the rhythm: want of care, Od. 21.284†.
ἀκομιστίη, want of care
-ης, ἡ
[ἀ-1 + κομίζω.]
Lack of tendance or care: ἄλη τʼ ἀκομιστίη τε Od. 21.284.