ἀκολουτέω Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands ἀκολουτέω, for ἀκολουθέω, barbarism in Ar. Th. 1198. ἀκολουτέω v. ἀκολουθέω. ἀκολουτέω-ῶ, v. ἀκολουθέω. ἀκολουτέω kom. barb. voor ἀκολουθέω.