ἐΰρριν Save LSJ Bailly 2024 Pape ἐΰρρῑν, ἐΰρροος, Ep. for εὔριν, εὔροος. ἐΰ·ρριν, v. εὔριν. ἐΰρριν, [ῑ], ep. = εὔριν, eben so ἐΰρρινος.