ἐΰρροος Save Bailly 2024 Pape Cunliffe Homer ἐΰ·ρροος, οος, οον, v. εὔροος. ἐΰρροος, p. = εὔροος. ἐΰρροος [as ἐϋρρεής.]= ἐϋρρεής Il. 7.329, Il. 21.130.