ἐϋρρείτης
ἐϋρρείτης, fair-flowing
ἐϋρρείτης, ου, ὁ, (ῥέω)
- = foreg., Σατνιόεντος ἐϋρρείταο Il. 6.34; Αἴγυπτον ἐϋρρείτην Od. 14.257; Σιμόεντι ἐπʼ εὐρείτᾳ E. Tr. 810 (lyr.); εὐρείτας οἶνος Philox. 16: ἐΰρρειτος, η, ον, prob. in Orac. ap. Paus. 5.7.3.
ἐϋ·ρρείτης, v. εὐρείτης.
ἐϋρρείτης, ep. = εὐρείτης.
ἐϋρρείτης
ἐϋρ-ρείτης, ου,
ῥέω
= ἐϋρρεής, Hom., Eur.