ἐγκάτοικος
ἐγκάτοικος, indwelling
ἐγκάτοικ-ος, ον,
- indwelling, Sch. Il. 2.125.
1 huésped
ἐφέστιος
2 habitante
αἱ παρθένοι ... αἱ ἐγκάτοικοι τῆς Κολχίδος γῆς
glos. a παρέστιος
3 del país, patrio
(θεοί) glos. a ἐγχώριος
ἐγκάτοικος, darin wohnend, Schol. Il. 2.125.