ἐγκαταχωρίζω
ἐγκαταχωρίζω, place in
ἐγκατα-χωρίζω,
- place in:—Pass., ῥυθμοὶ -κεχωρισμένοι ἀδήλως D.H. Dem. 50 (cf. ἐγκατατάσσω).
introducir, intercalar en v. pas.
μέτρα καὶ ῥυθμοὶ ... ἐγκατακεχωρισμένοι ἀδήλως
versos y ritmos introducidos de forma imperceptible en la prosa
• fig. c. εἰς y ac. incluir en en v. pas.
(τίνα) ἐγκαταχωρισθῆναι εἰς τὴν δικαιοῦσαν κλῆσιν τῇ προθέσει τοῦ θεοῦ
ἐγ·καταχωρίζω, placer dans, DH. 6, 1109 Reiske ; Orig. 92.
Étym. ἐν, κ.
ἐγκαταχωρίζω, einstellen, -setzen, Sp.