About Report a problem

Menu

ἐγκαταχωρίζω

ἐγκαταχωρίζω, place in

ἐγκατα-χωρίζω,
  • place in:—Pass., ῥυθμοὶ -κεχωρισμένοι ἀδήλως D.H. Dem. 50 (cf. ἐγκατατάσσω).

Saved

Recent